Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ποιηση. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 5 Νοεμβρίου 2014

Historia Conocida

Hace tiempo hubo un hombre entre nosotros
hubo un hombre alegre iluminado
que amó vivió y cantaba hasta la muerte
libre como los pájaros
que vivió y cantaba hasta la muerte
libre como los pájaros.

Es una historia conocida amigos
amigos, todos la recordamos
viento del pueblo se perdió en el pueblo
pero no ha terminado
viento del pueblo se perdió en el pueblo
pero no ha terminado.

¡Qué bonito sería!
¡Qué bonito sería de nacer, escribir
morir desamparado!
Se estudian sus poemas se le cita
Se estudian sus poemas se le cita
y a otra cosa muchachos
y a otra cosa muchachos.

Pero su nombre continúa sigue
sigue como nosotros esperando
el día en que este asunto y otros muchos
el día en que este asunto y otros muchos
se den por terminados
se den por terminados.


 ένα ποίημα που έγραψε ο Jose Agustin Goytisolo προς τιμήν του ποιητη Miguel Hernandez και μελοποίησε ο Paco Ibanez



Τρίτη 7 Ιανουαρίου 2014

VIKESH KAPOOR -'The Ballad Of Willy Robbins' LP Oct13 - ''I Dreamt Blues...



Based out of Portland, OR, Kapoor tells classic American tales in a stripped down and haunting folk style, one that borrows a lot from Bruce Springsteen's classic Nebraska. Drenched in reverb, his often finger-picked acoustic guitar is accompanied by the occasional harmonica, second guitar, subtle strings or light percussion. His voice is a mix of fresh and vintage. Although I hear hints of early Leonard Cohen in his delivery, the two artists Kapoor’s voice recalls the most are both more modern. Jeff Mangum of Neutral Milk Hotel and Colin Meloy of The Decemberists have had an obvious impact on his vocal style. This LP was recorded by Adam Seltzer (M. Ward) and features contributions from Nate Query of The Decemberists and Jeff Ratner of Langhorne Slim.



The Ballad of Willy Robbins begins with “Bottom of the Ladder,” a sparse folk tune and a good indicator of what to expect, sonically, from the record; cloying and somewhat inventive melodies over straight-forward folk guitar. Occasionally an odd chord will strike somewhat unexpectedly, but for the most part this music’s passion is all in its subject matter and lyrics. The title track deals directly with working-class themes. Its protagonist is swindled by his employer into wasting a considerable amount of time laboring for no pay. The ballad doesn't end well for our hero’s relationship with his wife either. A quiet but effective church organ fills the song out.



“I Dreamt Blues” follows, telling a story that's sketched out more sparingly than a Pete Seegar song or a lost cut from Dylan's The Times They Are A-Changin'. “Blue-Eyed Baby” is a bit of an outlier. Slow and mellow, it's more soft-spoken and romantic than its predecessors. It's followed by the most energetic track on the disc, the dark and modal “Carry Me, Home,” which benefits from banjo and additional droning guitars.



Throughout most of Willy Robbins Kapoor sports a boyish but confident tenor. However when confronted with a very high note he attempts an awkward and distracting falsetto, as he does throughout “I Never Knew What I Saw in You”. The song is well written and has me until the chorus, when the melody flies out of Kapoor’s range. He recovers with one of the album’s strongest songs, “Searching for the Sun,” with its warm and twangy pedal steel. A track that can clearly be traced to Nebraska, Kapoor sounds right at home in its reverb. By the time The Ballad of Willy Robbins is over, it’s clear that while these songs are thematically similar, they form at best a very loose concept album.



What makes Vikesh Kapoor's music interesting isn't that he's doing something radical or even necessarily unique with folk music. Instead, he’s providing a refreshing perspective on the passionate working-class traditions that once defined the genre. The child of an immigrant family, perhaps Kapoor is in tune with the same American Dream that fueled the migrants who helped shape this country’s earliest music.
Fabricoh Magazine

Κυριακή 24 Νοεμβρίου 2013

Ναι, τα παιδικά σου χρόνια : τώρα παραμύθι των συντριβανιών. - Χόρχε Γκιλλιέν

Σου ’δωσα πρότυπο αγάπης, άνθρωπε Απολλώνιε,
κλάμα με αποξενωμένο αηδόνι,
όμως, γινόσουν κοφτερός, τροφή των ερειπίων,
για χάρη σύντομων αβέβαιων ονείρων.
F.G Lorca

Τετάρτη 3 Απριλίου 2013

Η επανάσταση ερχετε

Το τοπίο ήταν δεδομένα θλιμμένο.
Φύσαγε νοτιάς, σκοτείνιαζε
και όλοι κοιτούσαν κάτω το χώμα.
Κάπου έβρεχε κι ένα παιδάκι έκλαιγε.
Ένα άλογο μάσαγε τον αέρα.
Όμως από το βάθος του τοπίου
ακούγοντας ιαχές και κλαγγές όπλων.
Η επανάσταση ερχότανε
κόκκινη θάλασσα μουγκρίζοντας.


 Γιάννης Κοντός

Πέμπτη 7 Φεβρουαρίου 2013

Οράματα με μώλωπες

Ποιοι είστε Κύριοι; ΚΥΡΙΕΣ ΜΟΥ;
Απάνω γευματίζετε και κάτω μας πατάτε.

Σαμψων Ρακας

Κατσίμπαλης Γ. ο δολοφόνος ποιητών

ΓΙΑ ΤΟΝ ΝΙΚΟ ΚΑΡΟΥΖΟ

Καημένε Νίκο
τί ζωὴ ἦταν κι αὐτὴ
κατατρεγμένος ἀπὸ τοὺς Κατσιμπαλῆδες
οἱ πλούσιοι φτύναν πάνω στὴ φτώχεια σου
ὅμως ἐσὺ καλὰ ἔκανες
ἔπινες τὰ οὐζάκια σου
κι ὅλους αὐτοὺς τοὺς μούντζωνες
καὶ πρὶν νὰ φύγεις
πρόφτασες κι ἁρπάχτηκες
ἀπὸ ἕνα κάτασπρο σύννεφο
ἀπὸ ψηλὰ τώρα ἀπὸ τὸ σύννεφο αὐτὸ
κοιτάζεις
τὴν ἀθανασία σου.


Μίλτος Σαχτούρης

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Πηγαίνετε, τραγούδια μου...

Έζρα Πάουντ - Εντολή

Πηγαίνετε, τραγούδια μου, στον ανικανοποίητο και στον μοναχικό,
Πηγαίνετε σ” αυτόν με τα κουρελιασμένα νεύρα, σ” αυτόν
που της συμβατικότητας έγινε σκλάβος,
Και δώστε τους την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.
Πηγαίνετε σαν κύμα παγωμένο και πελώριο
Την καταφρόνια μου για τους δυνάστες.
Μιλήστε για την ασυνείδητη επιβολή,
Μιλήστε για όσους τυραννούν γιατί δεν έχουν φαντασία,
Μιλήστε ενάντια στους δεσμούς.
Πηγαίνετε σ” εκείνη την αστή που από ανία πεθαίνει,
Πηγαίνετε στων προαστίων τις γυναίκες.
Πηγαίνετε στους κακοπαντρεμένους,
Πηγαίνετε στους άτυχα ζευγαρωμένους,
Στη σύζυγο που αγοράστηκε,
Σ” αυτήν πηγαίνετε που έγινε κληρονόμος.
Πηγαίνετε σ” εκείνους με τους εξευγενισμένους πόθους,
Πηγαίνετε σ” αυτούς που οι λεπτές επιθυμίες τους ναυάγησαν,
Πηγαίνετε σαν καταλύτης στη νωθρότητα του κόσμου·


Πηγαίνετε με τις αιχμές σας εναντίον τους,
Δώστε τη δύναμη σε αδύναμες χορδές,
Δώστε κουράγιο στα πλοκάμια και τα φύκια της ψυχής.
Πηγαίνετε με τρόπο φιλικό,
Πηγαίνετε με λόγο θαρρετό.
Αναζητήστε πρόθυμα καινά δαιμόνια, καινούρια αγαθά,
Σταθείτε ενάντια σε κάθε είδους καταπίεση.
Πηγαίνετε σ” αυτούς που με τα χρόνια έχουν παχύνει,
Σ” αυτούς που έχασαν πια τα ενδιαφέροντά τους.
Πηγαίνετε στους έφηβους που μέσ” την οικογένεια πνίγονται –
Ώ, πόσο αποτρόπαιο είναι αυτό,
Να βλέπεις τρεις γενιές συνωστισμένες στο ίδιο σπίτι!
Κάτι σα δέντρο γέρικο με νέα βλαστάρια,
Και με κλαδιά που πέφτουν και ρημάζουν.
Βγείτε αψηφώντας την κοινή γνώμη,
Εναντιωθείτε στη χλιαρή δουλεία του αίματος,
Εναντιωθείτε σε κάθε είδους εξουσία.

Παρασκευή 9 Νοεμβρίου 2012

Welcome to the New World Order

Man walks along the railroad track
He's goin' some place, there's no turnin' back
The Highway Patrol chopper comin' up over the ridge
Man sleeps by a campfire under the bridge
The shelter line stretchin' around the corner
Welcome to the New World Order
Families sleepin' in their cars out in the Southwest
No job, no home, no peace, no rest, no rest



He pulls his prayer book out of a sleepin' bag
The preacher lights up a butt and takes a drag
He's waitin' for the time when the last shall be first and the first shall be last
In a cardboard box 'neath the underpass
With a one way ticket to the promised land
With a hole in your belly and a gun in your hand
Lookin' for a pillow of solid rock
Bathin' in the cities' aqueducts



Now Tom Said; "Ma, whenever ya see a cop beatin' a guy
Wherever a hungry new born baby cries
Wherever there's a fight against the blood and hatred in the air
Look for me ma
I'll be there
Wherever somebody's srtugglin' for a place to stand
For a decent job or a helpin' hand
Wherever somebody is strugglin' to be free
Look in their eyes ma,
You'll see me

And the highway is alive tonight
Nobody's foolin' nobody is to where it goes
I'm sittin' down here in the campfire light
With the ghost of Tom Joad



Δυστυχώς αυτό το υπέροχο τραγούδι , είναι του «ακατανόμαστου»
 Πουλημένος πλέον στην εξουσία τον μακελάρηδων τον λαών!!!






Πέμπτη 8 Νοεμβρίου 2012

Edward Estlin Cummings

Αν δεν μπορείς να φας πρέπει να
                      Καπνίσεις και δεν έχουμε
Τίποτα να καπνίσουμε : έλα μικρό μου
                                 Ας κοιμηθούμε
Αν δεν μπορείς να καπνίσεις πρέπει να
                   Τραγουδήσεις και δεν έχουμε
Τίποτα να τραγουδήσουμε ΄ έλα μικρό μου
                                 Ας κοιμηθούμε
Αν δεν μπορείς να τραγουδήσεις πρέπει να
                       Πεθάνεις και δεν έχουμε
Τίποτα να πεθάνουμε, έλα μικρό μου
                                 Ας κοιμηθούμε
αν δεν μπορείς να πεθάνεις πρέπει να
                    ονειρευτείς και δεν έχουμε
Τίποτα να ονειρευτούμε ( έλα μικρό μου
                                Ας κοιμηθούμε)









Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2012

ΤΣΕΖΑΡΕ ΠΑΒΕΖΕ La terra e la morte

Terra rossa terra nera,
tu vieni dal mare,
dal verde riarso,
dove sono parole
antiche e fatica sanguigna
e gerani tra i sassi ‒
non sai quanto porti
di mare parole e fatica,
tu ricca come un ricordo,
come la brulla campagna,
tu dura e dolcissima
parola, antica per sangue
raccolto negli occhi;
giovane, come un frutto
che è ricordo e stagione ‒
il tuo fiato riposa
sotto il cielo d'agosto,
le olive del tuo sguardo
addolciscono il mare,
e tu vivi rivivi
senza stupire, certa
come la terra, buia
come la terra, frantoio
di stagioni e di sogni
che alla luna si scopre
antichissimo, come
le mani di tua madre,
la conca del braciere.
27 ottobre '45










Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Rainer Maria Rilke

Einsamkeit

Die Einsamkeit ist wie ein Regen.
Sie steigt vom Meer den Abenden entgegen;
von Ebenen, die fern sind und entlegen,
geht sie zum Himmel, der sie immer hat.
Und erst vom Himmel fällt sie auf die Stadt.
Regnet hernieder in den Zwitterstunden,
wenn sich nach Morgen wenden alle Gassen
und wenn die Leiber, welche nichts
gefunden, enttäuscht und traurig von einander lassen;
und wenn die Menschen, die einander hassen,
in einem Bett zusammen schlafen müssen:

 dann geht die Einsamkeit mit den Flüssen...


H μοναξιά μοιάζει τις βροχής
τα βράδια από την θάλασσα ανεβαίνει
και από απόμερους μακρινούς κάμπους
στον ουρανό πηγαίνει, και πάντα εκεί
μένει-και από τον ουρανό στην πόλη πέφτει
βροχή σε ώρες ερμαφρόδιτες, προς τα πρωινά
όταν τα σώματα που δεν βρήκαν τίποτα
απογοητευμένα και λυπημένα χωρίζουν
κι όταν οι άνθρωποι που ένας τον άλλο μισούνε
στο ίδιο κρεβάτι πρέπει μαζί να κοιμηθούνε

τότε πάει η μοναξιά όπου οι ποταμοί πάνε...

( σε ελεύθερη μετάφραση )

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Τζένη Μαστοράκη



Ο τόπος έχει αλλάξει και δεν είναι πια,
δεν είναι πια πρωί, βορράς να φεύγουν,
όσοι μονάχα εμποδισμένοι και νυχτερινοί.
Δεν είναι πια βορράς να φεύγουν.

Δάσος κλειδώνεται, παγίδα σκοτεινή,
τι σκοτεινό ανατρίχιασμα, στους λάκκους,
σημάδια που άλλοτε, μικρός περιηγητής,
τι σκοτεινό ανατρίχιασμα στους λάκκους.

Δαμάσκο ξέφτι, αργυρή κλωστή,
παρέκει θρόισμα τελειώνει τα ακριβά του ρούχα.

Και σαν τροχιά λαμπρού φονιά, τυφλώνοντας,
πίσω απ΄ τα δέντρα ολοένα βασιλεύει, ο ίσκιος που
ζυγίστηκε ψηλά, φεγγάρι σκίζοντας τρελά,
τρελό φεγγάρι.



Μα όταν κάποιος σού μιλά με τρόμους, φωνές χαμένων σε απαίσια σπήλαια και βάλτους—

εσύ να σκέφτεσαι προπάντων τι μπορεί να εννοεί, ποιο διαμελισμένο πτώμα κρύβει στο υπόγειό του, τι δαγκωτά φιλιά και φόνους, νύχτα υπόκωφη, που σιωπηλά τη διασχίζουν αμαξοστοιχίες (συσκοτισμένες με βαριά παραπετάσματα, και στους τροχούς πανιά ή βαμπάκι), τι άνομες επιθυμίες, λύσσα, ψιθύρους, ουρλιαχτά, βεγγαλικά σε λάκκους πολιούχων, εκδικητές να τον μουσκεύουν στο αίμα όταν κοιμάται, ποιον κλέφτη, τέλος, σε βαθύ κοιτώνα χάλκινο, πνιγμένον στα λινά και κλαίει—

και να τον συμπαθείς, προπάντων να τον συμπαθείς, αγαπητέ Αρθούρε ή Αλφόνσε.

Τετάρτη 14 Απριλίου 2010

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι 1893 – 1930


Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι
1893 – 1930

Ρώσος ποιητής, με πληθωρική παρουσία τα πρώτα χρόνια της Οκτωβριανής Επανάστασης. Υπήρξε ο κορυφαίος εκπρόσωπος του ρωσικού φουτουρισμού.

Γεννήθηκε στη Βαγδάτη της Γεωργίας στις 7 Ιουλίου 1893. Ο πατέρας του ήταν ευγενούς καταγωγής (Ρώσος με κοζάκικες ρίζες), δασοφύλακας το επάγγελμα. Η μητέρα του ήταν ουκρανικής καταγωγής. Από τα 14 χρόνια του ασπάσθηκε τις ιδέες του σοσιαλισμού και συμμετείχε ενεργά σε αντιτσαρικές διαδηλώσεις στη γενέτειρά του. Μετά τον ξαφνικό θάνατο του πατέρα του, ο νεαρός Βλαντιμίρ, η μητέρα του και οι δύο αδελφές του, Όλγα και Λουντμίλα, μετακόμισαν στη Μόσχα.

Το 1908 ο Μαγιακόφσκι έγινε μέλος του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος και φυλακίστηκε επανειλημμένα για την ανατρεπτική δράση του. Στο κελί της απομόνωσης άρχισε να γράφει τα πρώτα του ποιήματα. Μετά την αποφυλάκισή του φοίτησε στη Σχολή Καλών Τεχνών της Μόσχας και προσχώρησε στο κίνημα των ρώσων φουτουριστών, όπου γρήγορα διακρίθηκε κι έγινε ο κύριος εκπρόσωπός τους.

Το 1912, ο κύκλος των ρώσων φουτουριστών εξέδωσε μανιφέστο με τίτλο «Χαστούκι στο γούστο του κοινού». Το κίνημα του φουτουρισμού ανήγαγε σε φετίχ του το μέλλον και ύμνησε την τεχνολογική εξέλιξη. «Ένα βρυχώμενο αυτοκίνητο αγώνων είναι πιο όμορφο από τη Νίκη της Σαμοθράκης» υποστήριζε ο «γκουρού» του φουτουρισμού, ιταλός Τομάσο Μαρινέτι. Στο ίδιο μήκος κύματος και οι ρώσοι συνοδοιπόροι του: «Το παρελθόν είναι στενάχωρο. Η Ακαδημία, ο Πούσκιν, ο Ντοστογιέφσκι, ο Τολστόι, είναι πιο ακατανόητοι κι από ιερογλυφικά» γραφόταν στο Μανιφέστο. Οι φουτουριστές συνήθιζαν να διαβάζουν ποιήματά τους καταμεσής του δρόμου, έριχναν τσάι στο ακροατήριό τους και γενικά έκαναν το παν για να ενοχλούν τον καθωσπρεπισμό των αστών.

Από την εποχή αυτή η ποίηση του Μαγιακόφσκι άρχισε να γίνεται επιθετική και προκλητική, με έντονα στοιχεία υπερβολής, υπεροψίας και αυτοαναφοράς. Το 1915 δημοσιεύει το πρώτο μεγάλο του ποίημα με τίτλο: «Σύννεφο με παντελόνια», από το οποίο πήρε και το όνομά του το γνωστό ελληνικό μουσικό σχήμα «Σύννεφα με παντελόνια». Το καλοκαίρι του ιδίου χρόνου γνωρίζει και ερωτεύεται τη Λιλλή Μπρικ, γυναίκα του εκδότη του Οσιπ Μπρικ. Τις αφιερώνει το επόμενο σπουδαίο ποίημά του «Σπονδυλωτό Φλάουτο» (1916). Και τα δύο αυτά έργα του καταγράφουν έναν έρωτα χωρίς ανταπόκριση κι εκφράζουν τη διάσταση του ποιητή με τον κόσμο που ζούσε.

Με την έκρηξη της Οκτωβριανής Επανάστασης, ο Μαγιακόφσι υπηρέτησε πολυποίκιλα με την πέννα του την επανάσταση. Έγραφε στρατευμένα ποιήματα («Ωδή στην Επανάσταση», «Αριστερή Πορεία»), άρθρα, βιβλία για μικρά παιδιά και ζωγράφιζε αφίσες και σκίτσα, τα οποία συνόδευε με στίχους και συνθήματα, ενώ παράλληλα περιόδευε τη χώρα, κάνοντας διαλέξεις και απαγγελίες. Το 1924 έγραψε μία ελεγεία από 3.000 στίχους για τον θάνατο του Λένιν.

Μετά το 1925 ταξίδεψε στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ, την Κούβα, το Μεξικό. Τις εντυπώσεις από το ταξίδι του στο Νέο Κόσμο τις αποτύπωσε στο βιβλίο του «Πώς ανακάλυψα την Αμερική».

Σε μια διάλεξή του στις ΗΠΑ γνωρίζεται με την Έλι Τζόουνς. Καρπός του κεραυνοβόλου και σύντομου έρωτά τους είναι μια κόρη, για την ύπαρξη της οποίας έμαθε το 1929, όταν συναντήθηκε κρυφά με την Τζόουνς στη Γαλλία. Εκείνη την εποχή ο Μαγιακόφσκι ζούσε ένα παθιασμένο έρωτα με την Τατιάνα Γιακόβλεβα, μία συμπατριώτισσά του εμιγκρέ, που ζούσε στο Παρίσι. Επιθυμούσε να την παντρευτεί, αλλά αυτή αρνιόταν πεισματικά.
Εβαλε τέλος στη ζωή του στις 14 Απριλίου του 1930.

Το σημείωμα που βρέθηκε στον τόπο της αυτοκτονίας του έγραφε:
«Σε όλους.
Μην κατηγορήσετε κανέναν για το θάνατο μου και παρακαλώ να λείψουν τα κουτσομπολιά. Ο Μακαρίτης τα απεχθανόταν φοβερά.
Μαμά, αδελφές, και σύντροφοι, σχωρέστε με – αυτός δεν είναι τρόπος (δεν τον συμβουλεύω σε κανένα), μα εγώ δεν έχω διέξοδο. Λιλλή αγάπα με.
Συντρόφισσα κυβέρνηση, η οικογένειά μου είναι η Λιλλή Μπρικ, η μαμά, οι αδελφές και η Βερόνικα Βιτόλνταβνα Πολόνσκαγια. Αν τους εξασφαλίσεις μια ανεκτή ζωή, σ' ευχαριστώ. Τα αρχινισμένα ποιήματα δώστε τα στους Μπρικ, αυτοί θα τα καθαρογράψουν.
Όπως λένε "Το επεισόδιο έληξε".
Η βάρκα του έρωτα συντρίφτηκε πάνω στην καθημερινότητα. Έχω ξοφλήσει τους λογαριασμούς μου με τη ζωή. Προς τι, λοιπόν, η απαρίθμηση των αμοιβαίων πόνων, των συμφορών και των προσβολών;
Να 'στε ευτυχισμένοι.»

Μετά την αυτοκτονία του, κάποιοι κύκλοι επιτέθηκε στον ποιητή, χαρακτηρίζοντάς τον «φορμαλιστή» και «συνοδοιπόρο» και όχι «Καλλιτέχνη του Λαού», όπως συνηθιζόταν για τους στρατευμένους καλλιτέχνες. Η Λιλλή Μπρικ έγραψε, τότε, ένα γράμμα στο Στάλιν και του ζητούσε την αποκατάσταση του ονόματος του Μαγιακόφσκι. Ο Στάλιν ανταποκρίθηκε και τον χαρακτήρισε «Καλύτερο και πιο ταλαντούχο ποιητή της σοβιετικής μας εποχής».

Ο Μαγιακόφσκι, με τον λυρισμό και τις τεχνικές καινοτομίες, βρήκε αξιόλογους συνεχιστές στην πατρίδα του (Οστρόφσκι, Έρενμπουργκ, Γεφτουσένκο) και στο εξωτερικό (Ελιάρ, Αραγκόν, Νερούντα, Ρίτσος, Πατρίκιος).

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

* «Μαγιακόφσκι: Τα εύκολα και τα δύσκολα» («Ελληνικά Γράμματα»), ποιήματά του μεταφρασμένα εξαιρετικά από τον Μήτσο Αλεξανδρόπουλο.
* Β.Ι. Λένιν («Σύγχρονη Εποχή»)
* Ερωτική Αλληλογραφία με τη Λίλι Μπρικ («Άγκυρα»)
* Θεατρικά («Γκοβόστης»)
* «Ποιήματα» σε μετάφραση Γιάννη Ρίτσου («Κέδρος»)
* «Πώς ανακάλυψα την Αμερική» («Σύγχρονη Εποχή»)
* «Σύννεφο με παντελόνια» («Τραμάκια»)
* «Φλέγομαι», μυθιστορηματική βιογραφία του Μαγιακόφσκι από τον Τούρμπγιερν Σέβε. («Scripta»)

ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ

* Θάνου Μικρούτσικου: «Καντάτα για τη Μακρόνησο/Σπουδή σε ποιήματα του Βλαδίμηρου Μαγιακόβσκη» (Lyra, 1976), με ερμηνεύτρια τη Μαρία Δημητριάδη.
* Σύννεφα με Παντελόνια: «Τίποτα δεν κρύβεται κάτω απ' τον ήλιο» (Minos-EMI, 2001).Οι στίχοι του Μάνου Ξυδού βασίζονται σε ποιήματα του Μαγιακόφσκι.


Silvio Rodriguez Cancion a Mayakovsky (inedita-supermejorada)


Vladimir Majakovskij-Σύννεφο με Παντελόνια

Κυριακή 14 Μαρτίου 2010

Υποκρισία η Ηλιθιότητα

Υποκρισία η ηλιθιότητα?
...όλο αυτό το πανηγύρι με τη συμμετοχή στη "μη κυβερνητική " καμπάνια για το σβήσιμο
των φώτων!
με ένα κλικ κερδίζεις "άφεση αμαρτιών" και με το δεύτερο κλικ ξαναγυρνάς σε έναν κόσμο
που η ηλιθιότητα των "πολιτών του διακόπτη" είναι επενδυμένη στης "πράσινες πολιτικές"
που ζούμε αυτές τις μέρες!!!
δεν μιλώ για την οικονομική κρίση αλλά για την....κρίση εν κρανίο!!!!
φύλακες!...γρηγορείτε!
Αυτόν τον κόσμο τον καλό......
Μια φωτογραφία ισον χίλιες λέξεις....
σοφή παροιμία και γίνετε ακόμα πιο σοφή όταν αυτή συνοδεύετε από δημιουργική μουσική!
τέτοια μουσική είναι τον Luar na Lubre
ένα σπουδαίο μουσικό σύνολο από την Galiccia!
υπέροχη μουσική και μια ακόμα πιο υπέροχη φωνή!
κάποιοι δημιούργησαν ακούγοντας την ποίηση τον Luar na Lubre και φτιαξαν σπουδαία videaκια!

Galiza Prestige 13 Nov 2002 Portugal
Non imos esquecer, nin perdoalo


Luar Na Lubre : Music / Reuters : Pictures


Luar na Lubre - Desterro


και το υπέροχο τραγούδι του Paul Brady - The Island


Κάποτε θα αποδίδουμε δικαιοσύνη με ένα Άστρο η ένα γιασεμί σαν ένα τραγούδι…

Τετάρτη 3 Μαρτίου 2010

Ο ποιητής της «Πηγής των Δακρύων»

Δεν είναι περίεργο, που το έργο του κορυφαίου Ισπανού ποιητή και δραματουργού Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα υπεραγαπήθηκε - όσο λίγων ξένων δημιουργών - στην Ελλάδα. Οτι το έργο, η ζωή και ο θάνατός του τραγουδήθηκαν από σπουδαίους ποιητές και συνθέτες μας, που ένιωθαν σαν δικό μας, συγγενικό «αίμα» και την υπέροχη τέχνη του, τις υψηλόφρονες ιδέες του και δική μας «υπόθεση» την ύπουλη δολοφονία του από τους φαλαγγίτες του Φράνκο, κοντά στην αναβράζουσα «Πηγή των Δακρύων» και την εξαφάνιση της σορού του. Ποιητής της ιδιαίτερης ψυχοσυστασίας του πολύφυλου ισπανικού λαού, των παραδόσεων, των αγώνων, των πόθων και παθών του, ο Λόρκα πλούτισε την παγκόσμια πνευματική κληρονομιά με την αθάνατη, οικουμενική, ουμανιστική και πανώρια ποίηση και δραματουργία του, με την οποία αξίζει να γαλουχείται κάθε γενιά.

Στη νεότερη γενιά, κυρίως, απευθύνεται αυτό το σημείωμά μας για τον τόμο που κυκλοφόρησε με Θέατρο και Ποίηση του Λόρκα σε θαυμάσια απόδοση και εισαγωγή του δικού μας, σημαντικού, ποιητή Νίκου Γκάτσου (εκδόσεις «Πατάκη»), ο οποίος, ουσιαστικά, έκανε γνωστό τον Λόρκα στο ελληνικό θεατρικό και αναγνωστικό κοινό. Ο τόμος περιέχει τα αριστουργηματικά θεατρικά έργα του Λόρκα, «Ματωμένος γάμος», «Ο Περλιμπλίν και η Μπελίσα» και το «Σπίτι της Μπερνάρντα Αλμπα», το οποίο ο ποιητής το έγραψε το 1936, λίγο πριν τη δολοφονία του, κι έτσι δεν πρόλαβε να το ανεβάσει στην περιοδεύουσα, λαϊκή «Μπαράκα» του, το θίασό του. Επίσης, περιλαμβάνει τα ποιήματα «Παραλογή του μισοΰπνου» (εμπνευσμένο από τις διώξεις του λαού από τον φρανκικό φασισμό) και «Θρήνος για τον Ιγνάθιο Σάντσεθ Μεχίας». Ενα αριστούργημα της παγκόσμιας ποίησης, ελεγεία για το θάνατο στην αρένα του φίλου του, αντιφρανκιστή, λαοφιλή ταυρομάχου, Ι. Σ. Μεχίας. Θρήνος, που έγινε σύμβολο για τους ήρωες όπου γης: «Πέντε η ώρα που βραδιάζει./ Πέντε ακριβώς, την ώρα που βραδιάζει./ Φέρνει έν' αγόρι το νεκροσέντονο/ (...) Βουβοί σύντροφοι στ' άχαρα σοκάκια/ (...) Κι εσύ του πόνου ω μαύρε ταύρε! Αίμα του Ιγνάθιο παγωμένο!/ Αηδόνι στην καρδιά του μέσα!/ Οχι!/ Δε θέλω να το βλέπω!».

Για όποιον αγνοεί και θέλει να γνωρίσει καλύτερα το πλούσιο και πολύπλευρο καλλιτεχνικό έργο, τη ζωή, τη φρικτή, αποσιωπημένη δολοφονία του, αλλά και το μεταθανάτιο διασυρμό του από τους φρανκιστές, συμπληρωματικά με το παραπάνω βιβλίο, ας διαβάσει την πληρέστατη έρευνα - βιογραφία του Ιαν Γκίμπον «Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα» (εκδόσεις «μικρή άρκτος», μετάφραση Σπύρου Τσούγκου, 367 σελ.).

Τα Χέρια Μου Αν Μπορούσαν Να Μαδήσουν


Τ' όνομά σου προφέρω
μες στις σκοτεινές νύχτες,
σαν έρχονται τ' αστέρια
να πιούνε στο φεγγάρι
και τα κλαδιά κοιμούνται
των κούφιων φυλλωμάτων.
Νιώθω, μ' έχει κοιλώσει
η μουσική και το πάθος.
Ρολόι τρελό, που ψάλλει
ώρες νεκρές, αρχαίες.

Τ' όνομά σου προφέρω
τη σκοτεινή τούτη νύχτα
και μου ηχεί τ' όνομά σου
μακρινό όσο ποτέ.
Μακρινότερο απ' όλα
τ' άστρα και θρηνώδες
κι από βροχή γαλήνια.

Θα σε θέλω, όπως τότε,
καμιά φορά; Ποιο λάθος
έχει η καρδιά μου κάνει;
Αν διαλύεται η καταχνιά,
άραγε, ποιο άλλο πάθος
με περιμένει; Θα 'ναι
ήρεμο κι αγνό, τάχα;
Αχ, αν τα δάχτυλά μου
μπορούσαν να μαδήσουν
ετούτο το φεγγάρι!