Τετάρτη 11 Ιουλίου 2012

Rainer Maria Rilke

Einsamkeit

Die Einsamkeit ist wie ein Regen.
Sie steigt vom Meer den Abenden entgegen;
von Ebenen, die fern sind und entlegen,
geht sie zum Himmel, der sie immer hat.
Und erst vom Himmel fällt sie auf die Stadt.
Regnet hernieder in den Zwitterstunden,
wenn sich nach Morgen wenden alle Gassen
und wenn die Leiber, welche nichts
gefunden, enttäuscht und traurig von einander lassen;
und wenn die Menschen, die einander hassen,
in einem Bett zusammen schlafen müssen:

 dann geht die Einsamkeit mit den Flüssen...


H μοναξιά μοιάζει τις βροχής
τα βράδια από την θάλασσα ανεβαίνει
και από απόμερους μακρινούς κάμπους
στον ουρανό πηγαίνει, και πάντα εκεί
μένει-και από τον ουρανό στην πόλη πέφτει
βροχή σε ώρες ερμαφρόδιτες, προς τα πρωινά
όταν τα σώματα που δεν βρήκαν τίποτα
απογοητευμένα και λυπημένα χωρίζουν
κι όταν οι άνθρωποι που ένας τον άλλο μισούνε
στο ίδιο κρεβάτι πρέπει μαζί να κοιμηθούνε

τότε πάει η μοναξιά όπου οι ποταμοί πάνε...

( σε ελεύθερη μετάφραση )

Παρασκευή 29 Ιουνίου 2012

Τσάρλι Τσάπλιν - Μοντέρνοι Καιροί

Η δεύτερη ηχητική ταινία του Chaplin, σε μια εποχή όπου έχει ολοκληρώσει μία περιοδεία του σε όλον τον κόσμο, έχει αποκτήσει συνείδηση των κοινωνικών προβλημάτων που μαστίζουν την βιομηχανοποιημένη Δύση και αποφασίζει ν' αφήσει τον χαρακτήρα του γνωστού Αλήτη που δημιούργησε το 1914 και τον κατέστησε διάσημο και αγαπητό απ' όλους, για να επιδοθεί σε μια ιδιοφυή και απολαυστική κριτική του σύγχρονου αστικού μηχανοποιημένου κόσμου. Ένθερμος υποστηρικτής της Αριστεράς, στάση που του στοίχισε, στέφοντας για δεκαετίες το βλέμμα του FBI πάνω του, συνδυάζει σε αυτή την ταινία-σταθμό την καλλιτεχνική έκφραση με ένα δριμύτατο, σαρκαστικό πολιτικό κατηγορώ. Η εναρκτήρια σκηνή με την εικόνα των εργαζομένων σε αντιπαραβολή με ένα κοπάδι προβάτων, αλλά και οι σεκάνς της αυτόματης ταΐστρας εργατών και της πτώσης του στο εσωτερικό της μηχανής με τα γιγάντια γρανάζια, προδίδουν το υποκριτικό και σκηνοθετικό του μεγαλείο, παράλληλα με τις ιδεολογικές του ανησυχίες, όπως αυτές εμποτίστηκαν βαθιά από τη μαρξιστική σκέψη. Αγγίζει θέματα που παραμένουν επίκαιρα ακόμα και σήμερα: φτώχεια, ανεργία, απεργίες και απεργοσπάστες, πολιτική αδιαλλαξία, οικονομικές ανισότητες, τυραννία των μηχανών, ναρκωτικά. Έχοντας υποστεί την απάνθρωπη μεταχείριση των εργοδοτών στις μεγάλες βιομηχανίες, ο ήρωας καταλήγει να περιπλανιέται άνεργος και πεινασμένος. Στο δρόμο συναντά μία φτωχή κοπέλα, την τελευταία του παρτενέρ επί της οθόνης, την οποία ερμηνεύει η σύντροφός του και στη ζωή, εκείνη την περίοδο, Paulette Goddard. Μαζί προσπαθούν να ξεφύγουν από τους αστυνομικούς που τους καταδιώκουν και να ζήσουν την δική τους ρομαντική πλάνη, μακριά από έναν κόσμο δυστυχίας και αναταραχών. Η περιπλάνηση τους μέσα στην πόλη και οι απόπειρές τους να βρουν δουλειά, οδηγούν και τους δύο σε μία σειρά ξεκαρδιστικών, ωστόσο γλυκόπικρων περιπετειών. Η ένταση με την οποία ο Chaplin καταφέρνει να επικοινωνήσει σε συνεχή εναλλαγή, συναισθήματα χαράς αλλά και μελαγχολίας, σχετίζονται άμεσα με την επιδίωξή του να παρουσιαστεί στο κοινό περισσότερο «ώριμος». Σταθμός στη καριέρα του ίδιου του Chaplin είναι η σκηνή, στην οποία εμφανίζεται για πρώτη και τελευταία φορά να μιλά και συγκεκριμένα να τραγουδά. Αμετανόητος πολέμιος του ομιλούντος σινεμά, ο Chaplin δίσταζε να εισάγει την αγαπημένη του περσόνα στη νέα αυτή εποχή του ηχητικά ενισχυμένου κινηματογράφου. Οι «Μοντέρνοι Καιροί» είναι μία ηχητική ταινία, αλλά όχι μία ταινία διαλόγων. Συνέθεσε ένα ακουστικό κολάζ από τους ήχους της πόλης και των εργοστασίων, με ελάχιστες ηχογραφημένες ομιλίες και τηρώντας την χρήση των επεξηγηματικών καρτών ανάμεσα στις σκηνές. Η σεκάνς κατά την οποία ο Chaplin προσλαμβάνεται για να σφίγγει βίδες στη γραμμή παραγωγής ενός εργοστασίου, μπλέκεται στα γρανάζια ενός τεράστιου μηχανήματος και τελικά χάνει τόσο πολύ την ανθρώπινη υπόστασή του από τη δουλειά, ώστε τριγυρίζει στο εργοστάσιο, σφίγγοντας τις μύτες και τα κουμπιά όσων συναντά, είναι μια σκηνή ανθολογίας. Cahiers du cinema
Μοντέρνοι καιροί από tvxorissinora

Σάββατο 12 Μαΐου 2012

Hang Drum Το ακουστικό όργανο του 21ου αιώνα


Το Χανγκ είναι ένα μεταλλικό κρουστό μουσικό όργανο που ανήκει στην κατηγορία των ιδιοφώνων. Κατασκευάζεται στη Βέρνη από την εταιρία PANArt Hangbau AG.Hang στα Βερνέζικα (τοπικό ιδίωμα στην Βέρνη της Ελβετίας) σημαίνει χέρι. Αποτελείται από δύο νιτροποιημένα ατσάλινα φύλλα τα οποία κυρτοποιούνται με πρέσα δημιουργώντας το αναγνωρίσιμο σχήμα των ΑΤΙΑ. Στο εσωτερικό του δεν υπάρχει τίποτε άλλο παρά μόνο αέρας. Το κούρδισμα του οργάνου γίνεται σφυρήλατα. Η διαδικασία κατασκευής του είναι αποτέλεσμα τριακονταετούς μελέτης και διεξοδικής έρευνας. Στο κέντρο της άνω πλευράς (πλευρά Ντινγκ) υπάρχει ένας θόλος που ονομάζεται Ντινγκ, ο οποίος θυμίζει τον τρούλο στην εκκλησιαστική αρχιτεκτονική. Όταν ενεργοποιηθεί παράγει το μπάσο του οργάνου. Ο θόλος αυτός περικυκλώνεται από επτά τονικά πεδία που θυμίζουν κρατήρες. Στο κέντρο της κάτω πλευράς (πλευρά Γκου) υπάρχει μια τρύπα που ονομάζεται Γκου το οποίο δίνει τη δυνατότητα στον μουσικό να ενεργοποιεί τις συχνότητες Χέλμχολτζ. Το Χανγκ παίζεται με τα δάκτυλα και τις παλάμες όπως ακριβώς ορίζει και η ερμηνεία της λέξης Χανγκ, που στη διάλεκτο της Βέρνης σημαίνει «χέρι». Ο ηχητικός χαρακτήρας του είναι μια πρωτόγνωρη εμπειρία για το ανθρώπινο αυτί.

Παρασκευή 30 Μαρτίου 2012

Εκατό βήματα...ακόμα

Ο Peppino Impastato ήταν γιος μιας γνωστής μαφιόζικης οικογένειας του Παλέρμο. Έφυγε από το σπίτι του και εντάχθηκε στην "Νέα Αριστερά". Ίδρυσε έναν αυτοδιαχειριζόμενο ραδιοφωνικό σταθμό και ξεκίνησε πόλεμο εναντίον της Μαφίας και της διακίνησης ναρκωτικών στην οποία ήταν αναμειγμένοι σπουδαίοι πολιτικοί και μαφιόζικες οικογένειες.
Ο Σταθμός αλλά και η εν γένει δραστηριότητα του σπουδαίου αυτού ανθρώπου τον είχαν κάνει εξαιρετικά δημοφιλή.
Κατέβηκε στις δημοτικές εκλογές με το ψηφοδέλτιο της "Προλεταριακής Δημοκρατίας".
Βρέθηκε δολοφονημένος την νύχτα 8 προς 9 Μαΐου του 1978 στις ράγες του σιδηροδρόμου μερικές ημέρες πριν από τις δημοτικές εκλογές.
Την ίδια "σκοτεινή νύχτα" , εντελώς τυχαία, δολοφονήθηκε και ο Aldo Moro.
Ο Ραδιοφωνικός σταθμός απείχε 100 βήματα από το σπίτι του νούμερο ένα της Σικελιάνικης μαφίας.
Δημιουργήθηκε τo κίνημα "Ancora cento passi" (Ακόμα εκατό βήματα) με εκατοντάδες χιλιάδες μέλη σε όλη την Ιταλία.
Το 2000 κυκλοφόρησε , σε σκηνοθεσία του Marco Tullio Giordana η ταινία I Cento passi (ή αλλιώς Εκατό βήματα) που μιλα για τη ζωή του Giuseppe. Η ιστορία λαμβάνει χώρα στη μικρή πόλη του Cinisi στην επαρχία του Παλέρμο, την πόλη καταγωγής της οικογένειας Impastato. Εκατό βήματα ήταν ο αριθμός των βημάτων για να πάει κανείςι από το σπίτι του Impastato στο σπίτι του αφεντικού της μαφίας Tano Badalamenti.
Τριάντα τέσσερα χρόνια αργότερα ένα από τα διασημότερα μουσικά γκρουπ της Ιταλικής νεολαίας οι Modena City Ramblers επαναφέρει το ιστορικό γεγονός με ένα σύγχρονο τραγούδι το I cento passi.

Τρίτη 31 Ιανουαρίου 2012

Τζένη Μαστοράκη



Ο τόπος έχει αλλάξει και δεν είναι πια,
δεν είναι πια πρωί, βορράς να φεύγουν,
όσοι μονάχα εμποδισμένοι και νυχτερινοί.
Δεν είναι πια βορράς να φεύγουν.

Δάσος κλειδώνεται, παγίδα σκοτεινή,
τι σκοτεινό ανατρίχιασμα, στους λάκκους,
σημάδια που άλλοτε, μικρός περιηγητής,
τι σκοτεινό ανατρίχιασμα στους λάκκους.

Δαμάσκο ξέφτι, αργυρή κλωστή,
παρέκει θρόισμα τελειώνει τα ακριβά του ρούχα.

Και σαν τροχιά λαμπρού φονιά, τυφλώνοντας,
πίσω απ΄ τα δέντρα ολοένα βασιλεύει, ο ίσκιος που
ζυγίστηκε ψηλά, φεγγάρι σκίζοντας τρελά,
τρελό φεγγάρι.



Μα όταν κάποιος σού μιλά με τρόμους, φωνές χαμένων σε απαίσια σπήλαια και βάλτους—

εσύ να σκέφτεσαι προπάντων τι μπορεί να εννοεί, ποιο διαμελισμένο πτώμα κρύβει στο υπόγειό του, τι δαγκωτά φιλιά και φόνους, νύχτα υπόκωφη, που σιωπηλά τη διασχίζουν αμαξοστοιχίες (συσκοτισμένες με βαριά παραπετάσματα, και στους τροχούς πανιά ή βαμπάκι), τι άνομες επιθυμίες, λύσσα, ψιθύρους, ουρλιαχτά, βεγγαλικά σε λάκκους πολιούχων, εκδικητές να τον μουσκεύουν στο αίμα όταν κοιμάται, ποιον κλέφτη, τέλος, σε βαθύ κοιτώνα χάλκινο, πνιγμένον στα λινά και κλαίει—

και να τον συμπαθείς, προπάντων να τον συμπαθείς, αγαπητέ Αρθούρε ή Αλφόνσε.

τα αυριανά Τάγματα Εφόδου είναι εδώ!



...σας θυμιζei κατι?????






Κυριακή 22 Ιανουαρίου 2012

Antonio gramsci 1891-1937


«Μισώ τους αδιάφορους. Πιστεύω ότι το να ζεις σημαίνει να εντάσσεσαι κάπου. Όποιος ζει πραγματικά δεν μπορεί να μην είναι πολίτης και ενταγμένος. Η αδιαφορία είναι αβουλία, είναι παρασιτισμός, είναι δειλία, δεν είναι ζωή. Γι’ αυτό μισώ τους αδιάφορους.
Η αδιαφορία είναι το νεκρό βάρος της ιστορίας. Η αδιαφορία δρα δυνατά πάνω στην ιστορία. Δρα παθητικά, αλλά δρα. Είναι η μοιρολατρία. Είναι αυτό που δεν μπορείς να υπολογίσεις. Είναι αυτό που διαταράσσει τα προγράμματα, που ανατρέπει τα σχέδια που έχουν κατασκευαστεί με τον καλύτερο τρόπο. Είναι η κτηνώδης ύλη που πνίγει την ευφυΐα. Αυτό που συμβαίνει, το κακό που πέφτει πάνω σε όλους, συμβαίνει γιατί η μάζα των ανθρώπων απαρνείται τη βούλησή της, αφήνει να εκδίδονται νόμοι που μόνο η εξέγερση θα μπορέσει να καταργήσει, αφήνει να ανέβουν στην εξουσία άνθρωποι που μόνο μια ανταρσία θα μπορέσει να ανατρέψει. Μέσα στη σκόπιμη απουσία και στην αδιαφορία λίγα χέρια, που δεν επιτηρούνται από κανέναν έλεγχο, υφαίνουν τον ιστό της συλλογικής ζωής, και η μάζα είναι σε άγνοια, γιατί δεν ανησυχεί. Φαίνεται λοιπόν σαν η μοίρα να συμπαρασύρει τους πάντες και τα πάντα, φαίνεται σαν η ιστορία να μην είναι τίποτε άλλο από ένα τεράστιο φυσικό φαινόμενο, μια έκρηξη ηφαιστείου, ένας σεισμός όπου όλοι είναι θύματα, αυτοί που τον θέλησαν κι αυτοί που δεν τον θέλησαν, αυτοί που γνώριζαν κι αυτοί που δεν γνώριζαν, αυτοί που ήταν δραστήριοι κι αυτοί που αδιαφορούσαν. Κάποιοι κλαψουρίζουν αξιοθρήνητα, άλλοι βλαστημάνε χυδαία, αλλά κανείς ή λίγοι αναρωτιούνται: αν είχα κάνει κι εγώ το χρέος μου, αν είχα προσπαθήσει να επιβάλλω τη βούλησή μου, θα συνέβαινε αυτό που συνέβη;
Μισώ τους αδιάφορους και γι’ αυτό: γιατί με ενοχλεί το κλαψούρισμά τους, κλαψούρισμα αιωνίων αθώων. Ζητώ να μου δώσει λογαριασμό ο καθένας απ’ αυτούς με ποιον τρόπο έφερε σε πέρας το καθήκον που του έθεσε και του θέτει καθημερινά η ζωή, γι’ αυτό που έκανε και ειδικά γι’ αυτό που δεν έκανε. Και νιώθω ότι μπορώ να είμαι αδυσώπητος, ότι δεν μπορώ να χαλαλίσω τον οίκτο μου, ότι δεν μπορώ να μοιραστώ μαζί τους τα δάκρυά μου.
Είμαι ενταγμένος, ζω, νιώθω ότι στις συνειδήσεις του χώρου μου ήδη πάλλεται η δραστηριότητα της μελλοντικής πόλης, που ο χώρος μου χτίζει. Και μέσα σ’ αυτήν την πόλη η κοινωνική αλυσίδα δεν βαραίνει τους λίγους, μέσα σ’ αυτήν κάθε συμβάν δεν οφείλεται στην τύχη, στη μοίρα, μα είναι ευφυές έργο των πολιτών. Δεν υπάρχει μέσα σ’ αυτήν κανείς που να στέκεται να κοιτάζει από το παράθυρο ενώ οι λίγοι θυσιάζονται, κόβουν τις φλέβες τους. Ζω, είμαι ενταγμένος. Γι’ αυτό μισώ αυτούς που δεν συμμετέχουν, μισώ τους αδιάφορους».

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

Amedeo Modigliani the Artist


Ο Αμεντέο Κλεμέντε Μοντιλιάνι, στα ιταλικά Amedeo Clemente Modigliani, (12 Ιουλίου 1884 – 24 Ιανουαρίου 1920) ήταν Ιταλός ζωγράφος και γλύπτης.
Όσον αφορά την οικογένεια του, γνωρίζουμε ότι γεννήθηκε από αστούς γονείς Σεφαρδίτες Ιουδαίους. Ήταν το τέταρτο και τελευταίο παιδί της Εουτζένια και του Φλαμίνιο Μοντιλιάνι. Η γέννησή του συνέπεσε με τη χρεοκοπία της οικογενειακής επιχείρησης ξυλείας και κάρβουνου, που είχε ως αποτέλεσμα τον οικονομικό ξεπεσμό της οικογένειας. Η μητέρα του, κόρη αριστοκρατών από τη Μασσαλία, άρχισε τότε να εργάζεται ως μεταφράστρια, κριτικός λογοτεχνίας και δασκάλα σε ιδιαίτερα μαθήματα.

Η υγεία του Μοντιλιάνι ήταν εύθραυστη από τα παιδικά του χρόνια λόγω του ότι είχε αρρωστήσει από φυματίωση. Από νωρίς όμως γνώρισε τον κόσμο της τέχνης και αποφάσισε να γίνει ζωγράφος. Σε ηλικία 14 ετών άρχισε να παίρνει μαθήματα ζωγραφικής. Το 1901 γράφτηκε στην Ελευθέρα Σχολή Μελέτης Γυμνού (Scuola libera di Nudo) της Φλωρεντίας. Ένα χρόνο αργότερα, σε ηλικία 18 ετών, συνέχισε τα μαθήματα ζωγραφικής στην Σχολή Καλών Τεχνών της Βενετίας, όπου εμβάθυνε στην ιστορία της τέχνης. Εκεί φαίνεται ότι άρχισε η σχέση του με τα ναρκωτικά (χασίς), των οποίων έκανε χρήση μέχρι τον θάνατο του. Τρία χρόνια έζησε εκεί σπουδάζοντας και βελτιώνοντας την τεχνική του στην ζωγραφική. Ταυτόχρονα, η ανάγνωση έργων του Νίτσε τον οδήγησαν να πιστεύει ότι ο μόνος δρόμος για την αληθινή δημιουργικότητα ήταν μέσω της ανυπακοής και της αταξίας.

Όπως όλοι οι φιλόδοξοι καλλιτέχνες της εποχής του, ήταν το όνειρό του να ζήσει στο Παρίσι. Πράγματι, στα τέλη του 1905, σε ηλικία 21 ετών, πήγε για να ζήσει στο Παρίσι. Αρχικά έμενε σε ένα ξενοδοχείο στη δεξιά όχθη του Σηκουάνα, ενώ σύντομα μετακόμισε στη Μονμάρτρη. Εκείνο τον καιρό η Μονμάρτη αποτελούσε ήδη την συνοικία του Παρισιού που συγκέντρωνε τους περισσότερους καλλιτέχνες, αποτελούσε το επίκεντρο της αβάν γκαρντ. Εγκαταστάθηκε στο Λε Μπατό Λαβουά (Le Bateau-Lavoir), ένα κοινόβιο για τους αδέκαρους καλλιτέχνες. Σύντομα, άρχισε να απασχολείται έντονα με τη ζωγραφική, επηρεαζόμενος αρχικά από τα έργα του Ανρί ντε Τουλούζ Λοτρέκ εωσότου ο Πολ Σεζάν άλλαξε πολλές από τις απόψεις του. Τελικά, ο Μοντιλιάνι ανέπτυξε το δικό του ιδιαίτερο ύφος, το οποίο δύσκολα μπορεί να κατηγοριοποιηθεί με εκείνο άλλων καλλιτεχνών. Παρήγαγε τα έργα του σε σύντομο χρόνο και ποτέ δεν τα ξαναεπεξεργαζόταν. Στο καλλιτεχνικό περιβάλλον της Μονμάρτρης, έζησε ο Μοντιλιάνι για περίπου τρία χρόνια, προσθέτοντας στις καταχρήσεις και αυτή του αλκοόλ.
Η άστατη ζωή του σε συνδυασμό με τις κοινωνικές συνθήκες της περιόδου τον και την τραγική οικονομική κατάσταση του ιδίου, τον οδήγησαν στην απόγνωση και αποφασίζει να αποχωρήσει από το Παρίσι και να επιστρέψει στο Λιβόρνο.

Η ιδιαίτερη πατρίδα του όμως φάνταζε μικρή για να χωρέσει την ιδιοφυϊα και τις αγωνίες του, έτσι το 1909 ταξιδεύει και πάλι για το Παρίσι, αλλά αυτή τη φορά αποφασισμένος να εγκατασταθεί μόνιμα στη συνοικία Μονπαρνάς.
Οι ηδονιστικές του τάσεις ικανοποιούνταν μέσω αγοραίου έρωτα, εωσότου συνάντησε στα 26 του τον πρώτο σοβαρό έρωτα της ζωής του, τη Ρωσίδα ποιήτρια Άννα Αχμάτοβα, η οποία ήταν 21 χρονών και είχε παντρευτεί μόλις πρόσφατα. Έμεναν σε διαμερίσματα του ίδιου κτιρίου και εκεί αναπτύχτηκε η σχέση τους. Ο θυελλώδης έρωτάς τους διήρκησε ένα έτος περίπου, καθώς τα βίαια ξεσπάσματα του Μοντιλιάνι την οδήγησαν να επιστρέψει στο σύζυγό της. Ο Μοντιλιάνι, ζώντας μέσα στην απόγνωση, έφτανε στα άκρα όσον αφορά τους εθισμούς και τις καταχρήσεις, ως το τέλος της ζωής του.


Η εγκατάσταση του Μοντιλιάνι στο Μονπαρνάς συνοδεύτηκε από την γνωριμία του με τον Ρουμάνο γλύπτη Κονσταντίν Μπρανκούζι. Στο εργαστήριο του Μπρανκούζι και με την καθοδήγησή του, ο Μοντιλιάνι αφοσιώθηκε στη γλυπτική. Τόσο πολύ τον απορρόφησε η τέχνη αυτή, που εγκατέλειψε σχεδόν ολοκληρωτικά την ζωγραφική για έξι ολόκληρα χρόνια ως το έτος 1915. Ο Μοντιλιάνι δεν έγινε ευρέως γνωστός ως γλύπτης, κυρίως γιατί σώζονται ελάχιστα έργα του, τα οποία όμως είναι θαυμάσια. Τα περισσότερα από τα έργα του τα κατάστρεψε ο ίδιος. Τα έργα του γίνεται φανερό ότι επηρεάστηκαν από την πρωτόγονη τέχνη της Αφρικής και της Καμπότζης.

Αν και μια σειρά γλυπτών του εκτέθηκε στο Φθινωπορινό Σαλόνι του 1912, εγκατέλεψε ξαφνικά τη γλυπτική και στράφηκε πλήρως στη ζωγραφική. Μέχρι να ασχοληθεί αποκλειστικά με την ζωγραφική από το 1915 και μετά, ο Μοντιλιάνι εκτός από γλυπτά έκανε και σχέδια. Με αυτό τον τρόπο εξασφάλιζε την απαραίτητη γι’ αυτόν, καθημερινή ποσότητα αλκοόλ. Συνήθως έμπαινε σε ένα καφέ κρατώντας χαρτί και μολύβι, ζωγράφιζε επιτόπου τα σχέδια του και τα αντάλλασε με μερικά ποτήρια κρασί.

Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, ο Μοντιλιάνι προσπάθησε να καταταγεί στο στρατό αλλά δεν στρατεύτηκε τελικά λόγω της επιβαρυμένης υγείας του. Τα δύσκολα αυτά χρόνια και κυρίως λόγω της βοήθειας του Λέοπολντ Ζμπορόφσκι, ενός εμπόρου τέχνης, έμελλαν να γίνουν τα πιο δημιουργικά για τον καλλιτέχνη. Σε διάστημα περίπου πέντε ετών, από το 1915 έως το 1920, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε πάνω από τριακοσίους πίνακες.
Στις 3 Δεκεμβρίου 1917, στην γκαλερί Berthe Weill έγιναν τα εγκαίνια της πρώτης —και τελικά μοναδικής όσο ζούσε— ατομικής έκθεσής του. Τις αίθουσες της γκαλερί κοσμούσαν γυμνά μεγάλου μεγέθους κι ένα από αυτά τοποθετήθηκε στη βιτρίνα. Η έκθεση έλαβε μεγάλη δημοσιότητα και προκλήθηκε κοσμοσυρροή. Λόγω του σκανδάλου που προέκυψε η αστυνομία απαγόρευσε την έκθεση.

Το 1918, τέταρτη χρονιά του πολέμου, η ζωή έγινε πολύ δύσκολη στο Παρίσι λόγω της έλλειψης τροφίμων και ηλεκτροδότησης και του φόβου των αεροπορικών βομβαρδισμών. Ο 33χρονος Μοντιλιάνι αποφάσισε να φύγει μαζί με τη νέα του αγαπημένη, τη 19χρονη σπουδάστρια τέχνης Ζαν Εμπιτέρν (Jeanne Hébuterne). Στο λαμπερό φως της Κυανής Ακτής, όπου κατέφυγαν, ο Μοντιλιάνι ζωγράφισε τους πιο δημοφιλείς και ακριβοπληρωμένους πίνακές του. Τα τελευταία δύο χρόνια της ζωής του ο ζωγράφος έφτιαξε 25 πορτρέτα της ντροπαλής, μελαγχολικής και πανέμορφης Ζαν. Στις 29 Νοεμβρίου 1918 η Ζαν γέννησε την κόρη τους, η οποία πήρε το όνομά της (1918-1984). Δεν πρόλαβε όμως ούτε να παντρευτεί την αγαπημένη του Ζαν ούτε να αναγνωρίσει νόμιμα τον καρπό της σχέσης τους.

Στις 24 Ιανουαρίου 1920 ο ζωγράφος που έλεγε «θα ήθελα η ζωή μου να ήταν σαν πλουσιοπάροχο ποτάμι που κυλάει χαρμόσυνα πάνω στη γη» πέθανε στο Παρίσι, σε ηλικία 36 ετών, από φυματιώδη μηνιγγίτιδα, στο νοσοκομείο Σαριτέ. Μια μέρα μετά το θάνατο του καλλιτέχνη, η σύντροφός του, Ζαν, αυτοκτόνησε πέφτοντας από το παράθυρο του του διαμερίσματός τους στον πέμπτο ορόφο, μην αντέχοντας τον θάνατό του, όντας εννέα μηνών έγκυος στο δεύτερο παιδί τους.

*Η κόρη τους Ζαν, την οποία μεγάλωσε η μητέρα του Μοντιλιάνι, εγινε αυθεντία στην εκτίμηση έργων του πατέρα της. Ο Μοντιλιάνι θεωρείται ένας από τους 10 πιο πρόσφορους για πλαστογραφία καλλιτέχνες. Ειδικοί εκτιμούν ότι κυκλοφορούν ακόμη τουλάχιστον 1.000 πλαστοί Μοντιλιάνι στην αγορά. Η Ζαν πέθανε βυθισμένη στο αλκοόλ, το 1984, 100 χρόνια μετά τη γέννηση του πατέρα της.*

Πηγη:tvxsteam,wiki
* Μέριλ Σεκρέστ «Μοντιλιάνι: Μια ζωή»

Τρίτη 7 Σεπτεμβρίου 2010

With my own two hands

I can change the world
With my own two hands
Make it a better place
With my own two hands
Make it a kinder place
With my own two hands
With my own
With my own two hands
I can make peace on earth
With my own two hands
I can clean up the earth
With my own two hands
I can reach out to you
With my own two hands
With my own
With my own two hands
I'm going to make it a brighter place
With my own two hands
I'm going to make it a safer place
With my own two hands
I'm going to help the human race
With my own two hands
With my own
With my own two hands
I can hold you
With my own two hands
I can comfort you
With my own two hands
But you've got to use
Use your own two hands
Use your own
Use your own two hands
With our own
With our own two hands
With my own
With my own two hands

Τετάρτη 11 Αυγούστου 2010

End of the World News

You wake up to the sound of alarms and your
Driving your fabulous car
Listening to the music that reminds you
You used to be young you used to be young
And now you're searching, for a sign with your name
To define you the king of the game
What will you do when there's nothing left
For you to earn and for you to learn
So dose me up once is not enough
I can still see the ground
And from this high rise view looking down on you
I'm not the one wasting my time
And every culture has it's own magazine
And information takes the place of your dreams
Finding ways to fill up the silence
But it's all that you need turn on your TV
So dose me up once is not enough
I can still see the ground
And from this high rise view looking down on you
I'm not the one wasting my time
This is the end of the world news
This is the end of the world news sponsored by god
So dose me up once is not enough
I can still see the ground
And from this high rise view looking down on you
I'm not the one wasting my time
So dose me up once is not enough
I can still see the ground
And from this high rise view looking down on you
I'm not the one wasting my time
So dose me up once is not enough
I can still see the ground
And from this high rise view looking down on you
I'm not the one wasting my time
So dose me up once is not enough
I can still see the ground



Lyric:Tom McRae